Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Εμπρόθετο

Εν, εις, εκ (εξ), συν, προς, προ, ανά, κατά, διά, μετά, παρά, αμφί, αντί, περί, επί, από, υπό, υπέρ,
μέχρι, άνευ, χωρίς, πλην, ένεκα


Εξκιούζ μι, μάνα,
ανάμεσα στις τόσες προθέσεις,
πώς να ξεχωρίσει κανείς τις καλές;

αμ πώς;

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Ρ

Έλα, δεν έχω όρεξη, λες μαλακά, οι τσαμπουκάδες δεν είναι η φάση σου. Κρατάς το τηλέφωνο με το αριστερό, μιλάς και κοιτάς το δεξί, πιτσιλιές στα νύχια, σελφ χελπ μπουκς και ανανέωση χώρου, αρχίδια.
Στην άλλη άκρη το Βερολίνο συννεφιασμένο, εσύ φαντάζεσαι ήλιο και ρετρό ποδήλατα, ψαρωτικούς λάιφστάιλερς με μαύρα τζόκεϋ και κορίτσια με θέμα τον αυτοτραυματισμό.
Φέτος δεν θα 'χει άνοιξη, άχρηστη πληροφορία για τον καιρό, αν ήταν εδώ θα γαμιόσασταν απλώς και μετά θα ξημέρωνε κάπως κουρασμένα, θα κατέβαινες στο κέντρο περιμένοντας την πορεία να ξεκινήσει, η παλάντζα της οργής σου θα έγερνε προς την πλευρά της ευταξίας, αντί γι' αυτό το μίσος μαυρίζει τα μάτια, εντελώς αταίριαστα.

Πέντε αιώνες μετά, τακτοποιείτε φωτογραφίες συμμετρικά, οι γεωμετρικές παραφωνίες του κοινού σας τόπου μένουν να αποτίθενται στα σώματα που πλησιάζουν δειλά, χωρίς να έχουν ιδέα.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

049

Την παρατηρώ να ντύνεται. Ο κώλος της τρεμουλιάζει λίγο, καθώς πηδάει στο ένα πόδι για να περάσει το καλσόν. Τι διάολο, σκέφτομαι, ανοιξιάτικα, δεν έχει τόσο κρύο, κουβάριασέ το και χώσ' το στην τσέπη της ζακέτας. Δεν λέω τίποτα. Θέλω να στρίψω τσιγάρο, αλλά δεν έχω πιει ακόμα καφέ και φοβάμαι ότι η ανυπομονησία μου θα με προδώσει, ίσως θα ήταν τιμιότερο να ουρλιάξω φυγε!, μετά όμως θα πρέπει να τα μπαλώσω απ' την αρχή, αύριο το βράδυ πάρτυ, συμφωνήσαμε.
Αφήνω έναν ήχο να βγεί, ασυναίσθητα, κι έχω μετανιώσει πριν καν τον ακούσει.
Είσαι πολύ όμορφη.
Χαμογελάω προσποιητά και ειλικρινά, είμαστε πολύ όμορφες μαζί τα βράδια, για τις μέρες είναι που δεν ξέρω, το σημάδι στον ώμο πέφτει ακριβώς κάτω από τη ράντα του σουτιέν, καμιά φορά το παρακάνω, σκέφτομαι. Δεν λέω τίποτα. Άλλη φορά θα κανονίσω ταινία, είναι πιο εύκολο και συγκεντρώνεσαι σε κάτι, τεντώνω την πλάτη μου κι απαντάω ότι νυστάζω λίγο ακόμα σε μια ερώτηση που έτεινε προς το πρώτο πληθυντικό, αλλά έμεινε να μετεωρίζεται ανάμεσα στο θυμό και την κατανόηση. Κάτω από το κρανίο μου σχηματίζονται θεολογικές αναφορές για την κόλαση, τον παράδεισο και το καθαρτήριο. Αυτό είναι διαλεκτική, καταλήγω, κι επενδύω με άγριες φαντασιώσεις τον απόηχο του επόμενου ραντεβού.
Στάση Κολυμβητήριο, ήταν οι πρώτες λέξεις της ημέρας.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Κέντρο

Ξύπνησα με την οικογένεια των Ρουμάνων
Κάθε άνοιξη αναδύονται μέσα απ' την άσφαλτο
Φέτος αναρωτιέμαι αν έχουν χαρτιά
Ή αν σύντομα θα παίζουν βιολί σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης
Έμενα στο ισόγειο
Όταν το κοριτσάκι με το ανάποδο ντέφι
Μου ζήτησε, αντί για ψιλά,
Ζαμπόνε περ λαβάρε
Δεν καταλάβαινα για λίγο
Κι έτσι έβαλα μπρος
Τις νεκρές γλώσσες
Έτρεξα στο μπάνιο
Κι έφερα
Τρεις πλάκες σαπούνι -στις δύο η μία δώρο-
Χαμογελάσαμε αμοιβαία
Κάτω από τη γύφτικη υπόκρουση
Κι ένιωθες την Αθήνα
Να χωνεύει
Την άγρια επιθυμία των ανθρώπων
Να ακουστούν και να ακούσουν
Όσοι δεν είδαν την πόλη μου γι' αυτό που είναι
Αναμοχλεύουν φανταστικές αναμνήσεις καθαρότητας
-Άλλοι με τσεκούρια στα χέρια, άλλες με μαχαίρια στα δόντια-
Έγω, προς το παρόν, κατοικώ στην Ομόνοια
Και στους μεγάλους δρόμους
Και κάποια βράδια μέσα σου
Στις γωνίες πίσω απ' το Μουσείο
Ή κολλητά στον Ίκαρο, στην Καραϊσκάκη
Πληθαίνοντας και πληθαίνοντας.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Evergreen

Τα χέρια της είναι δυνατά ήδη από τους ώμους, που τους τραβάει πίσω επίτηδες για να φαίνεται πιο σίγουρη γι' αυτό που λέει, κι εσύ το ξέρεις αλλά συνήθως το ξεχνάς. Διπλώνει και πιάνει όλον το δικέφαλο με την παλάμη αγκαλιαστά, οι φλέβες πετάγονται, Πειραιώς μεσημέρι, δεν είναι πολλά να γίνουν ακόμα, Απρίλη μήνα, τι συζητάμε...
 Περνάνε μήνες ή και χρόνια αλλά οι διατυπώσεις παραμένουν περιττές, είναι μια ανακούφιση κι αυτό, και η ταγκισμένη μυρωδιά του σώματος στην πόλη, ντουμάνια και αδρεναλίνη, επαναφέρει στη μνήμη το παζλ της σάρκας, εύκολα, εύκολα και γνώριμα, μια κόγχη για το βλέμμα μέχρι αύριο το πρωί.
Να πριονίσεις την κλείδα με τα δόντια, να ακουμπήσεις τους αντίχειρες στο στομάχι, να σπρώξεις τα γόνατα με τους αγκώνες, σ' αγαπάει πάντα και δεν μπαίνει στον κόπο σου, τα δυνατά της χέρια της φτάνουν για να ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις μέρες της απουσίας, οι δικές σου λέξεις δεν σημαίνουν τίποτα, αλλά μία η άλλη τις λες, έτσι θα είναι, σκέφτεσαι, η επιστροφή στη μήτρα, υγρό στα ρουθούνια, στα αυτιά, στα μάτια.
Και ποτέ δεν ρωτάς.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Εt in Arcadia ego







Καθαρός αέρας, επιτέλους, σε ακούω να λες, ακομπανιαμέντο με το ακορντεόν που παίζει βαλκανικά τα Κύματα του Δουνάβεως και το μπάσταρδο χάσκι που ουρλιάζει την απορία του, πώς έγιναν όλα αυτά νόημα, είναι σίγουρα ενδιαφέρον, σε ακούω να λες, αλλά το ξέρεις και δεν με ξεγελάς.
Δεν είναι αφαίρεση αυτό που πονάει μέσα στους Άλλους (τόσες λέξεις για το τίποτα, ένα πανταχού παρόν αίτημα σύνθεσης του απλού), αυτό το γυμνό και ασχημάτιστο πλάσμα που τρέμεις και σιχαίνεσαι να αγγίξεις, αλλά πρέπει τώρα -χτες- να το κάνεις να σταματήσει να απαιτεί την επιστροφή σ' έναν τόπο άναρθρο, συνεχή και αδιατάρακτο.
Ακόμα και στην Αρκαδία, καλή μου, κι εκεί ακόμα, η ζωή είναι ένας ζευγαρωτός χορός με το θάνατο και, για να μπορέσεις να αυτοσχεδιάσεις, πρέπει να μάθεις τη φόρμα.

κάπως έτσι

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Momentum ή οι μισάνοιχτές πόρτες

Το καλοκαίρι του ογδονταεφτά περιμέναμε καύσωνα, και οι δικοί μου ήταν ανήσυχοι. Τις ώρες που ερχόταν το νερό γεμίζαμε τα μεγάλα βαρέλια για το πλύσιμο. Εμένα καρφί δεν μου καιγόταν για τον καύσωνα και για την τρύπα του όζοντος, μόνο που ένιωθα κάτι από το τέλος του κόσμου στα μάτια τους και ακόμα τους εμπιστευόμουν. Σ' αυτό το σπίτι, σ' εκείνον το διαβολότοπο, έβαλαν μέσα μου κάτι απ' την έννοια της συντέλειας. Τα μεσημέρια κοιμόμασταν υποχρεωτικά, πίσω από κλειστά παντζούρια και βρεγμένες αυλές. Το πρόβλημα με τις μισάνοιχτες πόρτες γεννήθηκε ένα ζεστό μεσημέρι του ογδονταεφτά.
Μεγαλώναμε μαζί τα καλοκαίρια και τις γιορτές, με τη βαθιά ενοχή της επιβεβλημένης εγγύτητας, αδερφές για ένα τρίμηνο το χρόνο και μετά χώρια. Την αγαπούσα ή την αποστρεφόμουν, ακόμα δεν το λέω με σιγουριά. Χαριτωμένη και δύσκολη, τα ψηλά της πόδια πονηρό γέλιο για τους πατεράδες μας και υποσχετική για τους φίλους τους, που δεν τολμούσαν να μιλήσουν. Εμένα πάντως με βασάνιζε με τους χοντρούς της τρόπους, ξύλο και χάδια σ' εναλλαγή, μέσα στη μέρα χίλιες φορές.
Το μεσημέρι κοιμηθήκαμε μαλωμένες, εγώ στο μέσα δωμάτιο, που χωρίστηκε από το δικό της με έναν ξεφτιλισμένο τοίχο από σουηδικό ξύλο. Όταν δίψασα, έπρεπε να περάσω από μπροστά της για να φτάσω στο ψυγείο. Δεν ήθελα. Το πείσμα και η συστολή μου βάραιναν τα πόδια. Στάθηκα στη μισάνοιχτη πόρτα και κοίταξα στο βάθος, εκείνο το ψηλό κρεβάτι με το στρώμα που βούλιαζε.
Δεν είχα ξαναδεί κανέναν να μαλακίζεται, κι η ανάσα μου κατέβηκε ως κάτω. Αυτό που μέσα μου ούρλιαζε "πέσε, πέσε, πέσε πάνω της" έσπαγε πάνω στον κυματοθραύστη όλων των φόβων του κόσμου. Στάθηκα στη μισάνοιχτη πόρτα για πάντα. Όταν άνοιξε τα μάτια της, δεν μίλησε. Πρέπει να ανάσαινα βαριά και σίγουρα ήθελα να κλάψω. Δεν θυμάμαι τι έκανα με την πόρτα, υποθέτω όμως ότι την κατάπια, έτσι που η οποιαδήποτε αμφισημία με εξοργίζει...

αλογάκια